Αν σπάσει ο κορμός,
αρκεί μια φλούδα του δέντρου
να ενώνει τα κομμάτια,
για να μη πεθάνουν αμέσως τα φύλλα.
Σιγά σιγά χλωμιάζουν
κι αφήνονται ξερά στο αεράκι
για να τα πάρει μακριά
και να πεθάνουν σε μια άλλη αγκαλιά.
Οι γλάροι κράζουν το πένθιμο τραγούδι τους
και τα βλέμματα μας χάνονται στο βάθος του ουρανού,
με τα ξεραμένα φύλλα να διαλύονται μες στις καρδιές μας.
Τα απομεινάρια της καταιγίδας
μοιάζουν ακόλαστα ωραία
στο φως του δειλινού.
Κι οι σπασμένοι κορμοί
αποχαιρετούν άλλη μια αγάπη
άλλη μια ζωή.
Τρίτη, Ιούνιος 30, 2009
Τρίτη, Ιούνιος 16, 2009
"Σε κάποια πολύ εύθυμη" - Charles Baudelaire
"Η κεφαλή σου, η κίνηση, η θωριά σου,
ωραίες σαν τοπίο εαρινό
παίζει το γέλιο μες στα μάγουλά σου
σαν δροσαγέρι σε λαμπρό ουρανό.
Στο διάβα σου οι βαρύθυμοι διαβάτες
στέκουν, θαμπώνονται απ' την τόση υγειά,
που σαν φωταύγεια ξεπηδά απ' τις πλάτες
κι απ' τα λευκά σου μπράτσα, τα γυμνά!
Τ' ανοιχτά χρώματα κι η ποικιλία,
που να 'χει θες κάθε σου φορεσιά,
φέρνουν στων ποιητών τη φαντασία
λουλούδινου χορού τη ζωγραφιά.
Κάθε σου παρδαλότρελο φουστάνι
το παρδαλό σου μοιάζει το μυαλό
θεότρελη, που μ' έχεις ξετρελάνει,
σε μισώ τόσο όσο και σ' αγαπώ!
Κάποτε, μες σ' έναν ωραίο κήπο,
την ατονία μου σέρνοντας βαριά,
ένιωσα σαν μιας ειρωνείας χτύπο
να μου ξεσκίζει ο ήλιος την καρδιά
κι η άνοιξη, τα πράσινά της πλούτη
μου ταπεινώσαν τόσο την ψυχή,
που εκδικήθηκα σ' ένα λουλούδι τούτη
της φύσης την αυθάδεια, τη σκληρή!
Το ίδιο θα 'θελα, μια νύχτα, τώρα,
στου ωραίου σου κορμιού τους θησαυρούς,
όταν των ηδονών σημαίνει η ώρα,
άναντρα να συρθώ, σιγά, σ' αυτούς,
τη σάρκα σου τη χαρωπή να τιμωρήσω,
να σου μαράνω των στηθιών σου τη δροσιά
και τον κατάπληκτο λαγόνα σου να σκίσω,
ν' ανοίξω πάνω μια πληγή πλατιά, βαθιά,
και -ω γλύκα, που τρομάρας φέρνεις ζάλη!-
μέσα στα χείλη τα καινούργια αυτά,
πιο λαμπερά στο χρώμα και στα κάλλη,
να χύσω το φαρμάκι μου, κυρά!"
ωραίες σαν τοπίο εαρινό
παίζει το γέλιο μες στα μάγουλά σου
σαν δροσαγέρι σε λαμπρό ουρανό.
Στο διάβα σου οι βαρύθυμοι διαβάτες
στέκουν, θαμπώνονται απ' την τόση υγειά,
που σαν φωταύγεια ξεπηδά απ' τις πλάτες
κι απ' τα λευκά σου μπράτσα, τα γυμνά!
Τ' ανοιχτά χρώματα κι η ποικιλία,
που να 'χει θες κάθε σου φορεσιά,
φέρνουν στων ποιητών τη φαντασία
λουλούδινου χορού τη ζωγραφιά.
Κάθε σου παρδαλότρελο φουστάνι
το παρδαλό σου μοιάζει το μυαλό
θεότρελη, που μ' έχεις ξετρελάνει,
σε μισώ τόσο όσο και σ' αγαπώ!
Κάποτε, μες σ' έναν ωραίο κήπο,
την ατονία μου σέρνοντας βαριά,
ένιωσα σαν μιας ειρωνείας χτύπο
να μου ξεσκίζει ο ήλιος την καρδιά
κι η άνοιξη, τα πράσινά της πλούτη
μου ταπεινώσαν τόσο την ψυχή,
που εκδικήθηκα σ' ένα λουλούδι τούτη
της φύσης την αυθάδεια, τη σκληρή!
Το ίδιο θα 'θελα, μια νύχτα, τώρα,
στου ωραίου σου κορμιού τους θησαυρούς,
όταν των ηδονών σημαίνει η ώρα,
άναντρα να συρθώ, σιγά, σ' αυτούς,
τη σάρκα σου τη χαρωπή να τιμωρήσω,
να σου μαράνω των στηθιών σου τη δροσιά
και τον κατάπληκτο λαγόνα σου να σκίσω,
ν' ανοίξω πάνω μια πληγή πλατιά, βαθιά,
και -ω γλύκα, που τρομάρας φέρνεις ζάλη!-
μέσα στα χείλη τα καινούργια αυτά,
πιο λαμπερά στο χρώμα και στα κάλλη,
να χύσω το φαρμάκι μου, κυρά!"
Παρασκευή, Μάϊος 29, 2009
Τέλος
Όλα τα σημάδια του κορμιού σου,
έγιναν παιχνίδι στα χέρια μου
και οι σκέψεις του μυαλού σου,
ατέλειωτοι δρόμοι στα νυχτέρια μου.
Ψάχνω συνέχεια μες στ' αστέρια
να βρω εκείνο το φωτεινό,
που ενώ κρατούσα τα δικά σου χέρια
έκανε τον κόσμο γιορτινό.
Γύρνα έστω για μια στιγμή
μόνο για μια στιγμή,
να θυμηθώ από το βλέμμα σου
το λόγο που σα χαμένος τρέχω
και δεν αντέχω
στην ιδέα πως το μάρμαρο αυτό, είναι το τέρμα σου.
έγιναν παιχνίδι στα χέρια μου
και οι σκέψεις του μυαλού σου,
ατέλειωτοι δρόμοι στα νυχτέρια μου.
Ψάχνω συνέχεια μες στ' αστέρια
να βρω εκείνο το φωτεινό,
που ενώ κρατούσα τα δικά σου χέρια
έκανε τον κόσμο γιορτινό.
Γύρνα έστω για μια στιγμή
μόνο για μια στιγμή,
να θυμηθώ από το βλέμμα σου
το λόγο που σα χαμένος τρέχω
και δεν αντέχω
στην ιδέα πως το μάρμαρο αυτό, είναι το τέρμα σου.
Τετάρτη, Μάϊος 20, 2009
"Το ψοφίμι" - Charles Baudelaire
"Θυμάσαι, φως μου, εκείνο που αντικρίσαμε,
κάποιο καλοκαιριάτικο πρωί, τόσο γλυκό;
Σ' ενός μονοπατιού το στρίψιμο κειτότανε
ένα ψοφίμι στα χαλίκια, φριχτό!
Με πόδια σηκωμένα, σαν γυναίκα ακόλαστη,
που φλόγα και φαρμάκια ο ίδρος της ξερνά,
άνοιγε την κοιλιά του τη δυσώδικη,
νωχελικά και κυνικά εκειδά!
Ο ήλιος πάνω στη σαπίλα αυτή αχτιδόλαμπε,
για να την ψήσει όσο μπορούσε πιο πολύ,
να ξαναδώσει στη μεγάλη Φύση τρίδιπλα
ό,τι είχε μια φορά συνθέσει αυτή.
Κι ο ουρανός κοιτούσε το λαμπρό το σκέλεθρο,
σαν λουλουδιού μια ολάνοιχτη καρδιά
κι ήτανε τόση η δυσωδία, που 'νιωθες
να σου 'ρχεται στα χόρτα σαν λιγοθυμιά.
Πάνω στη σάπια αυτή κοιλιά οι μύγες βούιζαν,
κι έβγαινε από κει μέσα, μαύρη, η στρατιά
των σκουληκιών, που σαν λασπόνερο έτρεχε,
στα σάρκινα κουρέλια της, τα ζωντανά.
Κι όλ' αυτά ανέβαιναν σαν κύμα και κατέβαιναν,
πετούσανε σαν σπίθες λαμπερές,
και το ψοφίμι φουσκωμένο, λες, απ' άυλο φύσημα,
εζούσε σε μυριάδες τώρα δα ζωές.
Ζωές που ξέχυναν μια μουσική παράξενη,
σαν του νερού που τρέχει και του αγέρα τη φωνή,
ή σαν του σιταριού, που ρυθμικά στο λιχνιστήρι του
το γυροφέρνει ο λιχνιστής και το κουνεί.
Κι οι φόρμες σβήναν, μοιάζαν πια σαν όνειρο,
σαν σχέδιο που ο καλλιτέχνης αρχινά
και το ξεχνάει στο τελάρο μισοτέλειωτο,
αποτελειώνοντάς το μες στο νου του μοναχά.
Πίσω απ' τα βράχια, κάποια σκύλα ανήσυχη
μας κοίταζε με μάτι όλο θυμό,
παραμονεύοντας να ξαναπάρει από το σκέλεθρο
το κόκαλο που άφησε πάνω στο φευγιό.
- Κι όμως, θα γίνεις σαν και το ψοφίμι αυτό το απαίσιο,
σαν τη σαπίλα τούτη, τη φριχτή,
αστέρι των ματιών μου κι ήλιε, εσύ, της πλάσης μου,
εσύ, άγγελέ μου, αγάπη μου τρελή.
Ναι, τέτοια θα γενείς, στις χάρες, εσύ, ρήγισσα,
όταν την ύστερη πνοή θ' αφήσεις της ζωής
και πας κάτω απ' τα χόρτα, απ' την παχιά την άνθηση,
για να σαπίσεις πλάι στους σκελετούς της γης!
Πες στο σκουλήκι τότε, ωραία μου,
που θα σε τρώει με φιλιά, πως στην καρδιά,
τη φόρμα και τη θεία ουσία φύλαξα
του έρωτά μου, του αποσυνθεμένου πια!"
κάποιο καλοκαιριάτικο πρωί, τόσο γλυκό;
Σ' ενός μονοπατιού το στρίψιμο κειτότανε
ένα ψοφίμι στα χαλίκια, φριχτό!
Με πόδια σηκωμένα, σαν γυναίκα ακόλαστη,
που φλόγα και φαρμάκια ο ίδρος της ξερνά,
άνοιγε την κοιλιά του τη δυσώδικη,
νωχελικά και κυνικά εκειδά!
Ο ήλιος πάνω στη σαπίλα αυτή αχτιδόλαμπε,
για να την ψήσει όσο μπορούσε πιο πολύ,
να ξαναδώσει στη μεγάλη Φύση τρίδιπλα
ό,τι είχε μια φορά συνθέσει αυτή.
Κι ο ουρανός κοιτούσε το λαμπρό το σκέλεθρο,
σαν λουλουδιού μια ολάνοιχτη καρδιά
κι ήτανε τόση η δυσωδία, που 'νιωθες
να σου 'ρχεται στα χόρτα σαν λιγοθυμιά.
Πάνω στη σάπια αυτή κοιλιά οι μύγες βούιζαν,
κι έβγαινε από κει μέσα, μαύρη, η στρατιά
των σκουληκιών, που σαν λασπόνερο έτρεχε,
στα σάρκινα κουρέλια της, τα ζωντανά.
Κι όλ' αυτά ανέβαιναν σαν κύμα και κατέβαιναν,
πετούσανε σαν σπίθες λαμπερές,
και το ψοφίμι φουσκωμένο, λες, απ' άυλο φύσημα,
εζούσε σε μυριάδες τώρα δα ζωές.
Ζωές που ξέχυναν μια μουσική παράξενη,
σαν του νερού που τρέχει και του αγέρα τη φωνή,
ή σαν του σιταριού, που ρυθμικά στο λιχνιστήρι του
το γυροφέρνει ο λιχνιστής και το κουνεί.
Κι οι φόρμες σβήναν, μοιάζαν πια σαν όνειρο,
σαν σχέδιο που ο καλλιτέχνης αρχινά
και το ξεχνάει στο τελάρο μισοτέλειωτο,
αποτελειώνοντάς το μες στο νου του μοναχά.
Πίσω απ' τα βράχια, κάποια σκύλα ανήσυχη
μας κοίταζε με μάτι όλο θυμό,
παραμονεύοντας να ξαναπάρει από το σκέλεθρο
το κόκαλο που άφησε πάνω στο φευγιό.
- Κι όμως, θα γίνεις σαν και το ψοφίμι αυτό το απαίσιο,
σαν τη σαπίλα τούτη, τη φριχτή,
αστέρι των ματιών μου κι ήλιε, εσύ, της πλάσης μου,
εσύ, άγγελέ μου, αγάπη μου τρελή.
Ναι, τέτοια θα γενείς, στις χάρες, εσύ, ρήγισσα,
όταν την ύστερη πνοή θ' αφήσεις της ζωής
και πας κάτω απ' τα χόρτα, απ' την παχιά την άνθηση,
για να σαπίσεις πλάι στους σκελετούς της γης!
Πες στο σκουλήκι τότε, ωραία μου,
που θα σε τρώει με φιλιά, πως στην καρδιά,
τη φόρμα και τη θεία ουσία φύλαξα
του έρωτά μου, του αποσυνθεμένου πια!"
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009
Γράμμα 4
Προσπαθώ να γράψω, χαμένος μες στο λαβύρινθο των σκέψεων μου. Το ξέρω ότι δεν είμαι καλά και η θύμηση σου δε με αφήνει να ηρεμήσω. Η κατάσταση είναι γαμημένη και το να χαμογελάσω μοιάζει αγγαρεία. Θέλω να κλειστώ στο δωμάτιο για μέρες, χωρίς να επικοινωνώ με κανέναν. Να μείνω μες στα σκοτάδια και ν' αφήσω τους δαίμονες που κρατάω φυλακισμένους τόσο καιρό, να με ξεσκίσουν. Ήθελα τόσο πολύ να είμαι μαζί σου, αλλά φοβήθηκα πως αν σε ψάξω θα σε χάσω. Αρκέστηκα στο να σε βλέπω κάπου κάπου και άφησα την τρέλα να πνίξει την καρδιά μου.
Θυμάμαι ένα βράδυ που δε μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Η βροχή έπεφτε οργισμένη πάνω στα τζάμια, όμως την ένιωθα τόσο οικεία. Δεν είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να σου γράψω, αλλά ποτέ δε βρήκα το θάρρος να εκδηλωθώ. Αναρωτιέσαι τι άλλαξε; Βασικά το ότι τώρα βρίσκεται απέναντι μου το όπλο με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας μου. Φαίνεται πως χτίζει οικογενειακή παράδοση. Δε με νοιάζει πια ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της έκφρασης των συναισθημάτων μου. Δε θα έχω να αντικρύσω δυο μάτια, τα μάτια σου, που θλιμμένα θα προσπαθούν να συνοδέψουν τα κλασσικά λόγια απόρριψης... "Ξέρεις, σε συμπαθώ πολύ, αλλά σε βλέπω σα φίλο". Δεν αντέχω να ξανακούσω τα ίδια. Θα απαλλάξω εμένα από σένα κι εσένα από μένα. Απλώς, εσύ θα έχεις πια το θάνατο μου βάρος στη συνείδηση σου. Να προσέχεις.
Θυμάμαι ένα βράδυ που δε μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Η βροχή έπεφτε οργισμένη πάνω στα τζάμια, όμως την ένιωθα τόσο οικεία. Δεν είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να σου γράψω, αλλά ποτέ δε βρήκα το θάρρος να εκδηλωθώ. Αναρωτιέσαι τι άλλαξε; Βασικά το ότι τώρα βρίσκεται απέναντι μου το όπλο με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας μου. Φαίνεται πως χτίζει οικογενειακή παράδοση. Δε με νοιάζει πια ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της έκφρασης των συναισθημάτων μου. Δε θα έχω να αντικρύσω δυο μάτια, τα μάτια σου, που θλιμμένα θα προσπαθούν να συνοδέψουν τα κλασσικά λόγια απόρριψης... "Ξέρεις, σε συμπαθώ πολύ, αλλά σε βλέπω σα φίλο". Δεν αντέχω να ξανακούσω τα ίδια. Θα απαλλάξω εμένα από σένα κι εσένα από μένα. Απλώς, εσύ θα έχεις πια το θάνατο μου βάρος στη συνείδηση σου. Να προσέχεις.
Πέμπτη, Μάϊος 14, 2009
Νεράιδα
Στεκόμουν στην απέναντι πλευρά του δρόμου και σε παρατηρούσα. Δε μ' έβλεπες να σε κοιτώ, όμως το βλέμμα μου χάιδευε κάθε άκρη του κορμιού σου. Για μια στιγμή μου θύμισες νεράιδα. Τόσο όμορφη, που αν ένας αόρατος ζωγράφος σου πρόσθετε φτερά, όλος ο κόσμος γύρω σου θα νόμιζε πως ξύπνησε ξάφνου μέσα σ' ένα παραμύθι. Κι ας ήσουν εσύ η μοναδική αλλαγή.
Κι αργότερα... όλες εκείνες οι φορές που ήμουν δίπλα σου και σε κοιτούσα... δεν έδειχνες να το καταλαβαίνεις. Τα μάτια μου όμως φώναζαν πόσο όμορφη είσαι. Δεν ήθελα να φύγω μακριά σου. Γι' αυτό κι έμεινα δίπλα σου, με τη βροχή να γίνεται ένα με τα δάκρυα μου. Δεν τα είδες. Λογικό... δεν υπήρχαν. Όμως αν με πρόσεχες λίγο καλύτερα, ξέρεις τι θα έβλεπες;...
Κι αργότερα... όλες εκείνες οι φορές που ήμουν δίπλα σου και σε κοιτούσα... δεν έδειχνες να το καταλαβαίνεις. Τα μάτια μου όμως φώναζαν πόσο όμορφη είσαι. Δεν ήθελα να φύγω μακριά σου. Γι' αυτό κι έμεινα δίπλα σου, με τη βροχή να γίνεται ένα με τα δάκρυα μου. Δεν τα είδες. Λογικό... δεν υπήρχαν. Όμως αν με πρόσεχες λίγο καλύτερα, ξέρεις τι θα έβλεπες;...
Κυριακή, Μάϊος 10, 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
