"Πρώτα στην πλάση απλώνονταν σκοτάδι πέρα-πέρα
......................................................................
Του Κάτου - Κόσμου βασιλιά μοναχογιός ο Ήλιος,
με πλούσια ολόχρυσα μαλλιά, με γαλανά τα μάτια,
με περηφάνεια κι ευμορφιά και λεβεντιά περίσσια,
πήρε μια αυγούλα τ' άρματα και τα λαγωνικά του,
και για κυνήγι επρόβαλε στον Κόσμο τον Απάνου.
Βγήκε, κι ο Κόσμος έλαμψε. Κι όπου διαβαίνει ο Ήλιος,
όπου προβάλλει απόπερα, λαμποκοπούν τα βράχια,
καθάριος, καταγάλανος ο ουρανός γελάει,
κάμποι, βουνά χρυσώνονται, ανοίγουν τα λουλούδια,
τα πλάγια χορταριάζουνε, φυσάει γλυκά τ' αγέρι,
φέγγουν, αστράφτουν τα νερά, φουντώνουνε τα δέντρα
λαλούν στα φύλλα τα πουλιά κ' οι πιστικοί στα πλάγια
κι ο κόσμος τον θιαμαίνεται και τον καλοτυχίζει.
-Χαρά ‘ς τον όπου εγέννησε τέτοιο παιδί στον Κόσμο,
χαρά στες χώρες που περνά, στους τόπους που διαβαίνει!
Όλον τον Κόσμο εγύρισεν ο Ήλιος όλη μέρα.
Περνάει κάμπους και βουνά και δάση και ποτάμια.
Κι όσα θεριά τον έβλεπαν του κυνηγιού, κι αγρίμια,
απ’ την πολλή τη λάμψι του και το βαρύ το βρόντο
τρομάζανε κι ολόφοβα κρυβόνταν στες σπηλιές των.
Και μοναχά σαν πήρανε μεσ’ στα ζερβά τ’ απόσκια,
ένα ζαρκάδι εσκότωσε σε κρουσταλλένιο αυλάκι…
Του Κόσμου η άκρη ήταν εκεί και τα στερνά βουνά του.
Σ’ ένα σιαδάκι του βουνού, ανάμεσα στα δέντρα,
βρυσούλα ολόδροση έχυνε το κρύο το νερό της.
Στα πέτρινα πεζούλια της, πούχαν φυτρώσει χόρτα,
εκάθονταν μια λυγερή με το σταμνί στα χέρια.
Αμίλητη κυττάζει
του Κόσμου το ξημέρωμα δίχως ούτ’ ένα γέλιο
γλυκό στα κοραλλένια της τα χείλη να χαράζη
λες κι έτσι ατέλειωτο όνειρο τήνε κρατεί δεμένη…
Ο Ήλιος βγήκε στην κορφή. Του κόσμου είδε την άκρη
και πήρε τον κατήφορο στα δέντρα αγάλια-αγάλια,
σέρνοντας τα σκυλιά μπροστά, στον ώμο το ζαρκάδι.
Αποσταμένος κάθεται να πιη νερό στη βρύσι.
Η κόρη πούταν ντροπαλή ξυπνάει απ’ τ’ όνειρο της
και με την όψι κόκκινη, με χαμηλά τα μάτια,
από τα πόδια ως την κορφή τόνε κυττάζει μ’ έγνοια,
κι όσο που τον θιαμαίνεται δεν τον ζηλεύει τόσο.
Στο πρόσωπο, στην εμορφιά και στην φεγγοβολιά του
ένοιωσε πούν αρχοντογιός κι από γενιά μεγάλη.
Γυρεύει αυτός λίγο νερό. Στη βρύσι η κόρη απλώνει,
παίρνει νερό στα χέρια της και του το πάει στο στόμα.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά στα μάτια την τηράει.
Η κόρη ήταν μελαχροινή, ήταν και μαυρομάτα,
είχε και φρύδια ολόμαυρα γραμμένα με κοντύλι,
είχε και ολόμαυρα μαλλιά και φορεσιά είχε μαύρη.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά στα μάτια την τηράει.
Κι αντίς εκείνο το νερό, το κρύο, το βουνίσιο,
να του δροσίση την καρδιά, γλυκά ν’ αναγαλλιάση,
του χύνει φλόγα και φωτιά, τα σωθικά του ανάφτει
κι όταν να φύγη εκίνησε στα δέντρα ροβολώντας,
βαθιά-βαθιά αναστέναξε και πήρε ένα τραγούδι,
τραγούδι όχι κυνηγιού… τραγούδι της αγάπης!
Πέρασε κάμποσος καιρός. Συχνά τον Ήλιο τώρα
όχι ο καϋμός του κυνηγιού, άλλος καϋμός τον φέρει
στου Απάνου – Κόσμου τα βουνά. Κάθε λαγκάδι τώρα
και κάθε δάσος που περνά δεν τα ρωτά για αγρίμια,
ρωτά για την αγάπη του, την μαυρομάτα κόρη.
Κι όταν στον τόπο της περνά και ροβολά στη βρύσι,
πάντα την βρίσκει μοναχή, και κάθεται σιμά της,
και πίνει από τα χέρια της το κρύο νερό της βρύσης.
Πέρασαν μήνες, πέρασαν. Κάθε γλυκειά βραδούλα
οι δυο τους ανταμώνονται. Την αγαπάει ο Ήλιος
ή κόρη τον θιαμαίνεται μονάχα, κ’ η καρδιά της
νοιώθει καμάρι απάντεχο, χαρά μεγάλη, ουράνια,
που δίνει με τα χέρια της νερό σ’ αρχοντοπαίδι.
Ο Ήλιος όσο την τηρά, τόσο ο καϋμός του ανάφτει,
που μεσ’ στα φυλλοκάρδια του κρυμμένον τον φυλάει.
Σκιάζεται για να της το πη σκιάζεται και δεν ξέρει,
πως φαρμακώνει την καρδιά ο πόνος ο κρυμμένος!...
Μια μέρα την εκύτταξε που εμάζευε λουλούδια
κι εστόλιζε τα στήθια της και τα μαλλιά της γύρω
κι όταν αυτή ξεμάκρυνε και πήγε στο χωριό της,
ο Ήλιος επερπάτησεν όλον αυτόν τον τόπο
κι όσα λουλούδια εύρε μπροστά κι όσα καλά βοτάνια,
τα ράντισε με δάκρυα του και με θερμά φιλιά του.
Ήρθε την άλλη την βραδιά η λυγερή να μάση
κι εκεί που γύρω στα μαλλιά, στα στήθια, στο κορμί της
τα κάρφωνε ένα ένα,
διαμάντια γίνονται με μιας, και λάμπουν σαν αστέρια
κι ένα μεγάλο κι έμορφο πούχε στο μέτωπο της
χύνει περίσσιο γύρω φως και λάμπει σαν φεγγάρι.
Και παίρνει η φήμη τα χωριά, και παν να την ιδιούνε
κι όσοι την βλέπουν, νιοί, και νιές, μαραίνονται από ζήλεια…
Κι ο Ήλιος, σαν την κύτταξε ντυμένη με τ’ αστέρια,
τον αποπήρε ο πόνος του κ’ η φλόγα της καρδιάς του
κι άπλωσε χέρι απάνω της και τσ’ είπε λόγια αγάπης…
Η κόρη πούταν φρόνιμη και καλοαναθρεμμένη,
τον μάλωσε βαριά βαριά και τούπε με φοβέρα,
να μην απλώση απάνου της, να τραβηχτή μακρυά της,
τι μαραγκιάζει ο κόρφος της, χαλάει η εμορφιά της,
και σαν το μάθη η μάνα της, θε να τον καταριέται...
Και φεύγει μ' άδειο το σταμνί.
Ο Ήλιος απ' αλάργα
την ακολουθάει με την ματιά και με καϋμό της λέει,
πως θα τον κάμη η αγάπη της βαριάρρωστος να πέση,
και σαν το μάθη η μάνα του, η μάγισσα η μεγάλη
και ξακουστή βασίλισσα, θε να της κάνη μάγια.
Γυρίζει η κόρη στο χωριό, της μάνας της το λέει:
-Γλυκειά μανούλα, για νερό στη βρύση που με στέλνεις
κάθε βραδιά πεντάμορφος λεβέντης μ' ανταμώνει,
που ροβολάει απ' τα βουνά αλαφοκυνηγώντας.
Είδες;... Σαν βγαίνει στες κορφές όλος ο κόσμος λάμπει,
και σαν παρθένα νιόνυφη η Πλάση ξημερώνει
μ' ανθούς, με χόρτα με δροσιές, μ' αηδόνια στολισμένη
κι αυτός σαν φεύγει, μάνα μου, ο Κόσμος σκοταδιάζει...
Μούπε πως είναι βασιλιά και μάγισσας αγόρι...
Αποσταμένος κάθονταν στη βρύσι λίγην ώρα,
νερό μονάχα εγύρευε τόδινα εγώ στα χέρια,
έπινε με χαμόγελο κι εχάνονταν στα δέντρα...
Εγώ τον μάλωσα βαριά, κι αυτός μ' απελογήθη
και μούπε με παράπονο πως άρρωστος θα πέση,
και σαν το μάθη η μάνα του, θε να μου κάνη μάγια...
Κρύψε με, μάνα μου, βαθιά και πρόλαβε τα μάγια.
-Καταραμένο το νερό που τόδινες, παιδί μου,
κάθε βραδιά!... Τα στήθια του αντί να του δροσίζη,
του τάκαιγε κατάκαρδα, κ' ήταν η φλόγα... αγάπη!
Είναι της μάγισσας παιδί, κ' είναι ακουστός ο Ήλιος.
που τόπον απερπάτητον τη μέρα δεν αφήνει...
Όπου αν κρυφτής θε να σε βρη... Θε μου! νεράιδα κάμ' την,
νάχη τη μέρα στα νερά - κατάβαθα παλάτια,
κι όταν αυτός θα χάνεται, να βγαίνη αυτή στην Πλάση!...
Έτσι νεράιδα εγίνηκε του Ήλιου η αγάπη.
Ο Ήλιος είχε και ταχυά κάποια κρυφήν ελπίδα
κι έρχεται, τρέχει στα βουνά ψηλά του Απάνου - Κόσμου,
για νάβρη την αγάπη του να της μιλήση πάλι.
Κι όλον τον Κόσμο σαν γυρνά και σαν διαβαίνει ολούθε,
και δεν τη βρίσκει πουθενά, ούτε σιμά στην βρύσι,
καρδοκαμένος ροβολά στο έρμο του βασίλειο
κ' η λύπη του σαν σύγνεφο περνά στο μέτωπο του...
Η Νύχτα μένει στα νερά, νεραϊδωμένη κόρη.
Κι όταν ο Ήλιος χάνεται απ' τον Απάνου - Κόσμο,
προβάλλει αυτή μυριόμορφη, γλυκειά, μαρμαρωμένη,
και περπατεί στα ρέματα, στες ποταμιές στα πλάγια...
Λαμποκοπάν στα στήθια της και στο κορμί της γύρω
τα μαγεμένα λούλουδα, χρυσά χιλιάδες άστρα
και μεσ' στο μέτωπο ψηλά, σαν βασιλίσσης στέμμα,
το πλειό μεγάλο λούλουδο, τόμορφο το φεγγάρι.
Όπου πατούν τα πόδια της λουλούδια ανασαίνουν
κι εκείνοι οι μοσχοανασαμοί μυρώνουνε τ' αγέρια,
όπου πετούν ανάλαφρα και την φιλούν στο στόμα.
Όπου περνά, γλυκά-γλυκά την χαιρετά τ' αηδόνι
κρυμμένο μέσα στα κλαδιά, την χαιρετά τ' αυλάκι,
την χαιρετά ο πιστικός στη λυγερή φλογέρα,
την χαιρετά κι όποιος πονεί και ξαγρυπνά για αγάπη."
Κώστας Κρυστάλλης, 1868-1894, Συρράκο
Τετάρτη, Οκτώβριος 15, 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

8 απαντήσεις:
..‘Ανοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι...
ήξερα λίγα για τον ποιητή αυτό,
διάβασα όμως τώρα και πραγματικά πιστεύω πως έφυγε νωρίς και άδικα ενώ είχε πολλά να δώσει.
Πρόσφατα μιλούσα με μια θεία μου που είναι φιλόλογος και μου έλεγε ότι ένας μεγάλος ποιητής μας (δε θυμάμαι ποιος) είχε δηλώσει πως αν δεν είχε πεθάνει τόσο νέος θα είχε να γράψει πολλά πανέμορφα πράγματα ακόμη. Κρίμα που πέθανε τόσο νέος.
Επίσης σε ευχαριστώ για την επίσκεψη στο μπλογκ μου. :)
Δυστυχώς σπάνια πια συναντάς ανθρώπους που έχουν να προσφέρουν και ακόμη πιο σπάνια ανθρώπους που να μπορούν να ξεχωρίσουν τις αξίες.
Ίσως γίνομαι υπερβολική μα η επέτειος του ΟΧΙ με έκανε να σκεφτώ πολλά.
Όπως πως οδηγούμαστε πλέον στον "αφανισμό" αφού πια πάψαμε να έχουμε ιδανικά, γιατί σιγά σιγά κάποιοι πετυχαίνουν τον στόχο τους.
Συμφωνώ με το πρώτο μέρος των λόγων σου για τις αξίες. Όντως σπάνια βρίσκεις ανθρώπους με αξίες, αλλά αυτό είναι και σχετικό. Δεν θεωρώ πως οι αξίες είναι απαραίτητα κάτι αντικειμενικό. Επομένως καλύτερα είναι να πούμε, πως σπάνια συναντάς ανθρώπους να έχουν και να αναγνωρίζουν τις ίδιες αξίες με εσένα.
Τι εννοείς στο τέλος με τον αφανισμό και τα ιδανικά; Πως το συνδέεις με το "ΟΧΙ";
Με θλίψη διαπίστωσα πως οι άνθρωποι εκείνοι που έδωσαν την ζωή τους για την ελευθερία σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγος αργίας.
Ήμουν στο Καλπάκι τις μέρες αυτές και έζησα λίγο από την φρίκη του πολέμου.
Είδα παιδιά να παρακολουθούν βίντεο ντοκουμένα και να λένε "επιτέλους" όταν τελείωσαν και τους γονείς να γελούν με την αντίδραση αυτη των παιδιων τους.
Είδα πρόσωπα συγγενών που χάθηκαν στον πόλεμο να σκύβουν πάνω στο μνημείο και να κλαίνε.
Και ύστερα τα κανάλια να ασχολούνται με το πόσο κοντές είναι πάλι οι φούστες στην παρέλαση.
Εικόνες αντίθετες που μου δημιούργησαν σκέψεις.
Τα ιδανικά που ανέφερα είναι εκείνα που είχαν όλοι αυτοί που πολέμησαν με αυτοθυσία.
Σήμερα στόχος και σκοπός ζωής έγινε το χρήμα.
Όλα κρίκος στην ίδια αλυσίδα
θα συμφωνήσω λοιπόν σε όλα μαζί σου. :)
Καλό ξημέρωμα και...
συγνώμη αν σε ζάλισα !!!
Καλό ξημέρωμα και δε με ζάλισες καθόλου! Ήταν χαρά μου και εύχομαι να σε ξαναπετύχω κάπου εδώ τριγύρω. :)
Ανάρτηση Σχολίου